«Πόσες μέρες δίνετε άδεια ;»
Μέχρι πριν λίγα χρόνια, αυτή ήταν σχεδόν πάντα η τελευταία ερώτηση σε μια συνέντευξη εργασίας. Όχι τυχαία. Οι μέρες άδειας λειτουργούσαν ως μέτρο ισορροπίας, ως αντιστάθμισμα στην ένταση της καθημερινότητας, ως χρόνος που επιστρέφει στον άνθρωπο. Έτσι μάθαμε να αξιολογούμε μια δουλειά: με βάση τον χρόνο που μας αφήνει να ανασάνουμε.
Η άδεια είχε συμβολική και πρακτική αξία. Σήμαινε ξεκούραση, οικογένεια, προσωπική ζωή. Σήμαινε ότι ο εργοδότης αναγνωρίζει πως ο εργαζόμενος δεν είναι μηχανή. Αυτή η λογική δεν ήταν λάθος, ήταν, όμως, προϊόν μιας άλλης εποχής.
Τον τελευταίο χρόνο παρατηρείται μια ξεκάθαρη μετατόπιση. Η ερώτηση δεν αφορά πια τόσο το bonus, την ευελιξία στο ωράριο ή το αν υπάρχει δυνατότητα απομακρυσμένης εργασίας. Όλα αυτά θεωρούνται πλέον δεδομένα ή, τουλάχιστον, αναμενόμενα. Στη θέση τους έρχεται κάτι πιο βαθύ, πιο υπαρξιακό, η ερώτηση : « Παρέχετε ασφάλεια υγείας;»
Δεν πρόκειται για μόδα της αγοράς εργασίας, ούτε για μια ακόμη «παροχή» που μπήκε στη λίστα των HR trends. Πρόκειται για αλλαγή προτεραιοτήτων. Οι εργαζόμενοι ωρίμασαν και μαζί τους ωρίμασε και η αντίληψη για το τι σημαίνει πραγματική ασφάλεια. Η εμπειρία της αβεβαιότητας, οι πιέσεις του συστήματος υγείας, η καθημερινή επαφή με καθυστερήσεις, αναμονές και απρόβλεπτα κόστη, έκαναν κάτι ξεκάθαρο: χωρίς υγεία, όλα τα υπόλοιπα χάνουν την αξία τους. Η άδεια δεν έχει νόημα αν τη χρειάζεσαι για να τρέχεις σε δημόσια νοσοκομεία. Η ευελιξία δεν παρηγορεί όταν υπάρχει άγχος για μια εξέταση που αναβάλλεται.
Σε πρόσφατη συνεργασία με υπεύθυνο ανθρώπινου δυναμικού μικρής εταιρείας, περίπου 25 εργαζομένων, αυτό το κενό φάνηκε ξεκάθαρα. Η επιχείρηση προσέφερε ανταγωνιστικούς μισθούς, ευελιξία, σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετώπιζε συνεχείς αποχωρήσεις. Οι άνθρωποι έφευγαν, συχνά προς εταιρείες που δεν διέφεραν ιδιαίτερα σε αποδοχές ή ρόλους.
Οι παροχές υπήρχαν: επιταγές σίτισης, κάρτα γυμναστηρίου, ένα εποχικό bonus. Αυτό που έλειπε ήταν η κάλυψη υγείας. Όχι από αδιαφορία, αλλά από μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση: ότι η ομαδική ασφάλιση υγείας είναι ακριβή και αφορά μόνο μεγάλες εταιρείες.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το πραγματικό κόστος για μια επιχείρηση δεν είναι το ασφάλιστρο. Είναι η απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου. Είναι η αποχώρηση ενός εργαζόμενου που έχει ήδη εκπαιδευτεί, ενσωματωθεί, αποδώσει. Είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να βρεθεί αντικαταστάτης, η ενέργεια που δαπανάται για εκπαίδευση, η αποσταθεροποίηση της ομάδας.
Όταν μπήκαν κάτω οι αριθμοί, η εικόνα άλλαξε. Το κόστος της ομαδικής ασφάλισης συγκρίθηκε με το κόστος μιας αποχώρησης. Και τότε έγινε σαφές ότι η «οικονομία» χωρίς ασφάλεια υγείας ήταν, στην πραγματικότητα, ζημία. Η εταιρεία προχώρησε σε ομαδική ασφάλιση υγείας. Όχι ως πείραμα, αλλά ως συνειδητή επένδυση. Λίγους μήνες αργότερα, το αποτέλεσμα ήταν μετρήσιμο. Νέα πρόσληψη πραγματοποιήθηκε, παρότι ο υποψήφιος είχε οικονομικά καλύτερη πρόταση από μεγαλύτερη επιχείρηση. Η επιλογή έγινε με γνώμονα την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την κάλυψη υγείας.
Αυτό δεν ήταν εξαίρεση, ήταν ένδειξη μιας γενικότερης αλλαγής νοοτροπίας. Οι εργαζόμενοι γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει ένα παιδί με πυρετό και ώρες αναμονής. Ξέρουν τι σημαίνει να πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα σε μια ιατρική εξέταση και έναν μηνιαίο λογαριασμό, τι σημαίνει να δουλεύεις με το μυαλό μισό, επειδή το άλλο μισό ανησυχεί.
Η ομαδική ασφάλιση υγείας δεν είναι απλώς ένα benefit. Δεν είναι «κερασάκι», είναι βάση,είναι η ψυχική ηρεμία που επιτρέπει στον εργαζόμενο να είναι παρών, συγκεντρωμένος και παραγωγικός. Είναι η βεβαιότητα ότι, όταν προκύψει ανάγκη, δεν θα προηγηθεί ο φόβος του κόστους.Παράλληλα, λειτουργεί ως σιωπηλό μήνυμα εμπιστοσύνης. Η εταιρεία δείχνει έμπρακτα ότι βλέπει τον εργαζόμενο ως άνθρωπο και όχι ως αναλώσιμο πόρο. Ότι επενδύει μακροπρόθεσμα, ότι ενδιαφέρεται όχι μόνο για το αποτέλεσμα, αλλά και για τη διαδρομή.
Για τις επιχειρήσεις που θέλουν να διατηρήσουν τους καλύτερους ανθρώπους τους, η ομαδική ασφάλιση υγείας δεν είναι πολυτέλεια,είναι στρατηγική επιλογή,είναι εργαλείο προσέλκυσης, δια κράτησης και ενίσχυσης της κουλτούρας. Η ερώτηση «Πόσες μέρες άδεια δίνετε;» δεν εξαφανίστηκε,απλώς υποχώρησε. Τη θέση της πήρε μια ερώτηση πιο ουσιαστική, πιο ώριμη, πιο ανθρώπινη. Μια ερώτηση που δεν αφορά μόνο την εργασία, αλλά τη ζωή.
Και οι εταιρείες που θα απαντήσουν σωστά σε αυτήν, θα είναι εκείνες που θα ξεχωρίσουν τα επόμενα χρόνια.